Οι σημαντικότεροι σταθμοί στην Σύγχρονη Ιστορία του Ελληνικού Κρασιού

{
Φωτογραφίες SHUTTERSTOCK
}

Η ιστορία του σύγχρονου Ελληνικού κρασιού ξεκινά το 1859, όταν ο Γουσταύος Κλάους αγοράζει στον Ριγανόκαμπο, κοντά στην Πάτρα, 60 στρέμματα γης και ξεκινά να φυτεύει τον “Αμπελώνα της Αχαΐας”. Από τότε και για τα επόμενα 120 χρόνια, η Ελλάδα μαστίζεται από πολέμους, κατοχή, προσφυγιά και κυρίως μεγάλη φτώχεια. Ως αποτέλεσμα, η πορεία της εξέλιξης του κρασιού δεν θα μπορούσε να είναι ανάλογη των άλλων ευρωπαϊκών χωρών που την ίδια περίοδο ευημερούσαν.

 

Η πραγματική ελληνική οινική επανάσταση και αυτό που σήμερα ορίζουμε Ελληνικό Κρασί αρχίζει ουσιαστικά στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όμως οι βάσεις είχαν ήδη ξεκινήσει να μπαίνουν από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Οι ποικιλίες που φυτεύτηκαν τότε ήταν σχεδόν αποκλειστικά ξενικές. Σε κάποιους μπορεί φαίνεται παράξενο που υπάρχουν στην χώρα μας, ακόμη και σήμερα, τόσα πολλά Cabernet Sauvignon και Merlot, αλλά θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψιν ότι οι πρώτοι που θέλησαν να κάνουν σοβαρό Ελληνικό κρασί, επιθυμούσαν να δημιουργήσουν κάτι αντίστοιχο με τα κοσμοπολίτικα “μεγάλα” Γαλλικά κρασιά της εποχής και συγκεκριμένα του Bordeaux. Ούτε λόγος λοιπόν εκείνη την εποχή για ελληνικές ποικιλίες… Μιας και η ιστορία δεν αποτελεί απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά προσπάθεια αναδόμησης και ερμηνείας του παρελθόντος, με στόχο συνήθως την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος, ας δούμε τις πιο σημαντικές στιγμές στην Σύγχρονη Ιστορία του Ελληνικού Κρασιού.

 

Achaia Claus –Μαυροδάφνη 1873

 

Το 1872 η οινοποιεία Achaia Claus μετατρέπεται σε μετοχική εταιρεία και το 1873 δημιουργείται η Μαυροδάφνη, ένα ενισχυμένο γλυκό κρασί, βασισμένο στα πρότυπα του Port. Η παραγωγή γινόταν από μια ποικιλία κόκκινων σταφυλιών, με πιο κυρίαρχη αυτήν που σήμερα ονομάζεται επίσης Μαυροδάφνη.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Κλάους ονόμασε έτσι αυτή την ποικιλία του κρασιού προς τιμήν της αρραβωνιαστικιάς του Δάφνης, μιας μελαχρινής όμορφης Ελληνίδας με μαύρα μάτια, η οποία πέθανε σε νεαρή ηλικία.

 

Μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο εξάγεται σε μεγάλες ποσότητες στις αγορές της Γερμανίας και της Αγγλίας ως Ελληνικό Porto.

 

Achaia Claus – Δεμέστιχα 1880 ή 1901

 

Ένα brand που κυκλοφόρησε αρχικά ως λευκό κρασί, από την ποικιλία Ροδίτης και αργότερα ως ερυθρό και ροζέ, κυρίως από Αγιωργίτικο και άλλες ερυθρές ποικιλίες. Το όνομα προέρχεται από ένα μικρό χωριό κοντά στα Καλάβρυτα και σύμφωνα με ετικέτα που διασώζεται στην Αγγλική γλώσσα, η χρονιά που φαίνεται να πρωτοκυκλοφόρησε είναι το 1880.

 

Η επιτυχία στην Ελλάδα ήταν τεράστια και διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα μέχρι και την δεκαετία του 1970. Κατόρθωσε να εξάγεται σε πολλές χώρες του εξωτερικού, από την Αγγλία μέχρι και την Ινδία, βρίσκοντας εύφορο εμπορικό έδαφος εκείνη την περίοδο που ο παγκόσμιος αμπελώνας πλήττονταν από την φυλλοξήρα.

 

Νέκταρ - ΕΟΣ Σάμου (19 ος αιώνας)

 

Η άνθιση του εμπορίου των Σαμιώτικων κρασιών στα τέλη του 19 ου και στις αρχές του 20 ου αιώνα ευνόησε τους λιγοστούς εμπόρους, αλλά δεν είχε το αντίστοιχο αντίκρισμα στις δύσκολες συνθήκες ζωής των αμπελουργών. Αυτό οδήγησε στην ίδρυση της Ένωσης Οινοποιητικών Συνεταιρισμών Σάμου το 1934, η οποία συνέβαλε στην διατήρηση ενός από τους πιο εντυπωσιακούς και ιστορικούς αμπελώνες του κόσμου, που βρίσκονται σκαρφαλωμένοι στις πλαγιές του νησιού, σε υψόμετρο μέχρι και τα χίλια μέτρα.

 

Το Samos Nectar παράγεται από το Μικρόρογο Μοσχάτο της Σάμου. Τα σταφύλια λιάζονται για 6-7 μέρες και αφού ζυμωθούν ξεκινά μια διαδικασία ωρίμασης σε βαρέλια για 6 χρόνια. Η παραγωγή του ξεκινά σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση του συνεταιρισμού, αλλά σαν στιλ φτιαχνόταν ήδη από τα μέλη του, δεκαετίες πριν.

 

Το μοναδικό Ελληνικό κρασί που ανήκει στην πολύ μικρή ελίτ της χρυσής λίστας με τα μεγαλύτερα γλυκά κρασιά του κόσμου.

 

Ρετσίνα – Κουρτάκη 1895

 

Για πολλά χρόνια ο κόσμος είχε ταυτίσει τη λέξη Κουρτάκη με το όνομα της ρετσίνας και όχι μόνο, αφού η επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Κουρτάκη πάνω στο κρασί είναι υπεραιωνόβια.

 

Ο παππούς Κουρτάκης ήταν ο πρώτος που πήρε το δίπλωμα οινολογίας στην Ελλάδα και το προσωνύμιο του ήταν “Ο γιατρός των κρασιών”. Το 1895 δημιουργεί ένα μικρό οινοποιείο στο Μαρκόπουλο, το πρώτο που διαθέτει οινολογικό εργαστήριο.

 

Η Ρετσίνα Κουρτάκη χάρις στον προσεγμένο τρόπο παραγωγής και συντήρησης, ξεχωρίζει αμέσως από τα πολύ κακής ποιότητας κρασιά που παρασκευάζονταν εκείνη την εποχή και γνωρίζει τεράστια επιτυχία, ξεκινώντας ένα νέο κεφάλαιο για το Ελληνικό κρασί.

 

Νάουσα – Boutari 1906

 

Το πρώτο ερυθρό εμφιαλωμένο κρασί Π.Ο.Π που κυκλοφόρησε στην ελληνική αγορά. Μέχρι και σήμερα, αποτελεί το σήμα κατατεθέν της Ελλάδας στα κόκκινα κρασιά.

 

Αν και η ζώνη της Νάουσας θεσμοθετήθηκε ως Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης το 1971, η πρώτη φιάλη που κυκλοφόρησε σαν Νάουσα Μπουτάρη και φυλάσσεται στο αρχείο της εταιρείας, αναγράφει την σοδειά του 1906.

 

Η εταιρεία Μπουτάρη, μια από τις πιο ιστορικές οινοποιίες της Ελλάδας, ιδρύθηκε το 1879 από τον Ιωάννη Μπουτάρη, ο οποίος δημιούργησε το πρώτο από τα έξι οινοποιεία της εταιρείας σήμερα, στην Στενήμαχο της Νάουσας.

 

Ο ρόλος της εταιρείας στην ιστορία της αμπελοκαλλιέργειας για την ζώνη της Νάουσας υπήρξε καθοριστικός, τόσο για τη διαφύλαξη της ποικιλίας του ξινόμαυρου, όταν η αμπελοκαλλιέργεια είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί, όσο και για την ανάδειξή της ζώνης Π.Ο.Π Νάουσα.  

 

Κάβα Καμπάς 1935

 

Το 1935 είναι η χρονιά που η εταιρεία Καμπάς περνά λόγω χρεών στην Εθνική Τράπεζα και ταυτόχρονα, γεννιέται το πρώτο ελληνικό κρασί παλαίωσης, η Κάβα Καμπά. Παρασκευάζεται αποκλειστικά από Σαββατιανό από το οποίο παραλαμβάνεται μόνο ο πρόρωγος χυμός των σταφυλιών. Έγινε ανάρπαστο από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του.

 

Ο «μύθος» λέει πως τα πρώτα χρόνια το κρασί ωρίμαζε στο βαρέλι για ένα χρονικό διάστημα και κατόπιν κλεινόταν με βουλοκέρι και παλαίωνε σε οριζόντια θέση για 8 χρόνια πριν την κυκλοφορία του. Ήταν το πρώτο κρασί παλαίωσης στην Ελλάδα και στο απόγειο της επιτυχίας του κατόρθωσε να πουλάει 280.000 με 300.000 φιάλες.

 

Κατώγι – Αβέρωφ 1965

 

Ο πολιτικός Ευάγγελος Αβέρωφ ξεκίνησε την ενασχόληση του με το κρασί το 1959. Ήταν ο ίδιος που έφερε τα πρώτα 1.000 κλίματα από το Bordeaux. Εικάζεται μάλιστα ότι αυτά τα πρώτα “ευγενή” φυτά, κυρίως Cabernet Sauvignon και ένα μικρό ποσοστό Cabernet Franc και Merlot, προέρχονταν από τα αμπέλια του Chateau Margaux.

 

Στο ξεκίνημα οι πειραματικές οινοποιήσεις ήταν βασισμένες στα γαλλικά πρότυπα. Το 1965 κυκλοφορούν οι πρώτες φιάλες Κατώγι, ένα κρασί που έγινε το οινικό πρότυπο του κόκκινου κρασιού στην Ελλάδα για πολλά χρόνια και που στο απόγειο της ακμής του έφτασε να πουλάει περί τις 400.000 φιάλες. Η ετικέτα, που παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι σήμερα, σχεδιάστηκε από τον ίδιο τον Αβέρωφ.

 

Το μοντέλο αμπελουργού/οινοποιού ήταν πολύ πρωτοποριακό για την Ελλάδα εκείνης της εποχής και η επιτυχία του οδήγησε αρκετούς στο να το αντιγράψουν. Ήταν το μοντέλο που άνοιξε νέους ορίζοντες στην παραγωγή του Σύγχρονου Ελληνικού κρασιού.  

 

Chateau – Κτήμα Πόρτο Καρράς 1971

 

Σε μια έκταση που ξεπερνά τα 4.500 στρέμματα, στη δυτική πλευρά της Σιθωνίας Χαλκιδικής, βρίσκεται ο αμπελώνες του Κτήματος Πόρτο Καρράς όπου μεταξύ άλλων, παράγεται ένα από τα πιο εμβληματικά Ελληνικά κρασιά, το Chateau Porto Carras.

 

Ένα κρασί βασισμένο στα πρότυπα των μεγάλων Bordeaux συμπεριλαμβάνοντας όμως στην σύνθεση του και την Ελληνική ποικιλία Λημνιό. Το Chateau ήταν μια από τις πολλές ιδέες που έφερε στην Χαλκιδική ο σύμβουλος του Κτήματος Emile Peynaud, ο «πατέρας» της σύγχρονης οινοποίησης και καθηγητής τότε στο Πανεπιστήμιο του Bordeaux.

 

Ήταν ένα κρασί που αντιπροσώπευε πολλές καινοτομίες. Νέες ποικιλίες και συνδυασμοί για τα ελληνικά πρότυπα, πρωτόγνωρες καλλιεργητικές τεχνικές, ελεγχόμενη οινοποίηση, συστηματική ωρίμαση και παλαίωση. Ένα κρασί που το στιλ του αποτέλεσε σημείο αναφοράς, προερχόμενο από έναν αμπελώνα πρότυπο που παραμένει ο μεγαλύτερος ενιαίος της Ελλάδας και μάλιστα βιολογικής καλλιέργειας.

 

Το Chateau μέχρι και σήμερα συνεχίζει να εκπέμπει το μεγαλείο και την ποιότητα που το χαρακτήρισε από την αρχή.

 

Αγιορείτικος – Τσάνταλη 1975

 

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 κυκλοφορεί το πιο μοντέρνο λευκό κρασί μέχρι τότε για τα ελληνικά χρονικά, ο λευκός Αγιορείτικος του Τσάνταλη. Παρασκευάζεται από τις Ελληνικές ποικιλίες Ασύρτικο, Αθήρι και Ροδίτης και γίνεται το σημείο αναφοράς στην εξέλιξη του μέχρι τότε ελληνικού οινικού γίγνεσθαι.

 

Ο έντονος αρωματικός και ελαφρά ημίξηρος χαρακτήρας του σαγήνεψε την ελληνική αγορά, που μέχρι τότε κατακλύζονταν από ξηρά, σχεδόν άοσμα λευκά ή πολύ ταννικά ερυθρά κρασιά.

 

Ξεχωρίζει και για το σχήμα της φιάλης του που θυμίζει φλασκί, όπως τα Βocksbeutel της Φρανκονίας ή τα Πορτογαλικά Mateus που μάλιστα κυριαρχούσαν τότε στην παγκόσμια αγορά.

 

Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Λαζαράκη MW, “ο Τσάνταλης ήταν ο πρώτος που επένδυσε σε ένα ποιοτικό κρασί φιλικό προς όλους, το οποίο διέθεσε στην αγορά σε μεγάλες ποσότητες και χαμηλή τιμή”. Η εμφάνιση του Αγιορείτικου έδωσε στο ελληνικό κρασί μια νέα πνοή και αναζωογόνησε την αμπελουργία του Αγίου Όρους.

 

Ήταν το πρώτο ελληνικό λευκό κρασί που επένδυσε στην αρωματική φρεσκάδα και ένταση και από τότε, αυτά τα δύο στοιχεία έγιναν προϋπόθεση για τα περισσότερα λευκά κρασιά που κυκλοφορούν μέχρι σήμερα.

 

Νεμέα – Κτήμα Παπαιωάννου 1981

 

Αδιαμφισβήτητα ο Θανάσης Παπαϊωάννου θεωρείται ο γκουρού της σύγχρονης Νεμέας. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970 το Αγιωργίτικο κυκλοφορούσε ως χύμα αγνώστου ποιότητας και ταυτότητας.

 

Στα 1981 ο οινοποιός Θανάσης Παπαϊωάννου φέρνει τα κάτω… πάνω. Επιλέγει συγκεκριμένους αμπελώνες μέσα από το τεράστιο καμβά της Νεμεάτικης γης. Υιοθετεί την βιολογική καλλιέργεια και χρησιμοποιεί την βαθειά του γνώση στην σύγχρονη οινοποίηση για την παραγωγή μιας Νεμέας… από άλλο πλανήτη, δημιουργώντας έτσι το ιδανικό πρότυπο του Αγιωργίτικου.

 

Η Νεμέα Παπαϊωάννου μέχρι και σήμερα αποτελεί την επιτομή της κλασσικής Νεμέας. Το κρασί που μπόρεσε να κοιτάξει κατάματα τις ευγενείς ποικιλίες που μέχρι τότε κυριαρχούσαν στην Ελληνική οινοποιία, ανοίγοντας τον δρόμο στην δημιουργία της Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης Νεμέα.

 

Cabernet Sauvignon – Κτήμα Χατζημιχάλη 1981

 

Αφού τα Cabernet blend του Κατώγι και του Chateau Porto Carras προετοίμασαν το έδαφος, έρχεται το Cabernet Sauvignon του Χατζημιχάλη να το καθιερώσει ως μονοποικιλιακό, και τον ίδιο σαν οινοποιό στην Ελληνική οινική κοινότητα.

 

Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 όταν μια παρτίδα 1.000 φιαλών υψηλής ποιότητας Cabernet Sauvignon "τάραξε τα νερά" στην ελληνική βιομηχανία κρασιού.

 

Σύμφωνα με τον ίδιο τον Δημήτρη Χατζημιχάλη, “το Cabernet τότε έδινε μια μοντέρνα, ευρωπαϊκή, διαφορετική γεύση. Άρεσε και σιγά σιγά καθιερώθηκε στους καλλιτεχνικούς κύκλους και μπήκε στα πιο μοδάτα μπαρ εκείνης της εποχής”.

 

Μοσχοφίλερο – Boutari 1986

 

Το Μοσχοφίλερο είναι η αρχέγονη ποικιλία που μέχρι και σήμερα έχει την ίδια συμπεριφορά με αυτήν που περιγράφει ο Αριστοτέλης εικοσιπέντε αιώνες πριν. Αν και η Μαντινεία από το 1971 είναι Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης, το Μοσχοφίλερο Μπουτάρη, λόγω της δημοτικότητας του δημιούργησε το εξής παράδοξο: το όνομα της ποικιλίας να γίνει περισσότερο γνωστό από την ίδια την περιοχή του. Στην ίδια λογική marketing, από την δεκαετία του ’80, που στηρίχθηκε το Varietal Branding των κρασιών του Νέου Κόσμου.

 

Η εταιρεία Μπουτάρη αναγνωρίζοντας τις τεράστιες δυνατότητες αυτής της αρωματικής ποικιλίας, δημιούργησε ένα από τα πιο εμπορικά σήματα της αγοράς, κερδίζοντας παράλληλα την διεθνή αναγνώριση. Με αυτό τον τρόπο συνέβαλε και στην αναγέννηση της ποικιλίας, που μέχρι τότε ήταν αρκετά παραμελημένη.

 

Μέγας Οίνος – Σκούρας 1986

 

Η Super Νεμέα (στα πρότυπα των Super Tuscans) κυκλοφορεί για πρώτη φορά το 1988 σε 6.000 φιάλες. Το Αγιωργίτικο, που προέρχεται από παλιά αμπέλια ηλικίας μέχρι και 70 χρόνων, στην περιοχή του Γυμνού, ενισχύεται με 20% Cabernet Sauvignon. Ένα μεγάλο κρασί με ένα έξυπνο ελληνικό brand name, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του. Μια εμβληματική ετικέτα συνώνυμη με τον Γιώργο Σκούρα και το κτήμα του.

 

Μέχρι και σήμερα ο Μέγας Οίνος είναι μία από τις πιο σταθερές αξίες στον χώρο του Ελληνικού κρασιού με μεγάλη δυνατότητα παλαίωσης. Εκπροσωπεί την Ελλάδα επάξια στην παγκόσμια αγορά και συνέβαλε, έστω και με αυτό τον έμμεσο τρόπο, στην καλύτερη επικοινωνία του Αγιωργίτικου στο εξωτερικό.

 

Κτήμα Γεροβασιλείου – Λευκός 1986

 

Για πρώτη φορά συνδυάστηκαν οι δύο ελληνικές ποικιλίες Μαλαγουζιά και Ασύρτικο. Εκείνη την εποχή η Μαλαγουζιά ήταν παντελώς άγνωστη. Όσο για το Ασύρτικο; Ήταν σχεδόν απαξιωμένο, ενώ η Σαντορίνη δεν είχε καν μπει σοβαρά στον οινικό χάρτη της Ελλάδας.

 

Το αποτέλεσμα του blend  εντυπωσίασε από την πρώτη στιγμή, φυσικά χάριν της μαεστρίας του Βαγγέλη Γεροβασιλείου, ο οποίος έκανε τότε τις πρώτες εμφιαλώσεις για το κτήμα του.

 

Το συγκεκριμένο blend αποτελεί μακράν το πιο δημοφιλές στην παραγωγή ελληνικών κρασιών, ξεπερνώντας σε αριθμό τις 100 διαφορετικές ετικέτες.

 

Καλλίστη – Boutari 1987

 

Το Οινοποιείο Μπουτάρη με τον χαρακτηριστικό λευκό του θόλο, πρωτολειτούργησε στην Σαντορίνη το 1989 και ο ρόλος του στην αμπελοοινική ανάπτυξη του νησιού ήταν τεράστιος.

 

Όταν ξεκίνησε να λειτουργεί, η Σαντορίνη ήταν ακόμα η πηγή του κακού χύμα κρασιού που έπινε όλη η Αθήνα, όπου έφτανε σε βυτία και έπειτα από διάφορες αναμείξεις διοχετευόταν κυρίως σε ταβέρνες.

 

Η ενασχόληση της εταιρίας Μπουτάρη με τον αμπελώνα της Σαντορίνης ξεκίνησε δειλά με πειραματικές οινοποιήσεις λίγο νωρίτερα, στα μέσα της δεκαετίας του '80. Οι άνθρωποι της όμως κατάλαβαν πολύ γρήγορα πως έχοντας στην διάθεση τους έναν από τους ελάχιστους αμπελώνες που δεν έχει προσβληθεί από τη φυλλοξήρα, η προοπτική για την παραγωγή υψηλής ποιότητας κρασιού ήταν προφανής.

 

Το επόμενο βήμα ήταν να τεθούν οι ποιοτικές προϋποθέσεις για την Προστατευόμενη Ονομασίας Ποιότητας Σαντορίνη και να ξεκινήσουν να εφαρμόζονται τεχνικές οινοποίησης, που μέχρι τότε ήταν άγνωστες στην περιοχή.

 

Η Καλλίστη Reserve κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1987, είχε οινοποιηθεί στις εγκαταστάσεις του Συνεταιρισμού Θηραϊκών προϊόντων. Ένα κρασί που μέχρι και σήμερα αποτελεί μια από τις κορυφαίες εκδοχές του Ασύρτικου.

 

Μαγικό Βουνό – Nico Lazaridi 1990

 

Τι είναι αυτό που στην παγκόσμια ορολογία κάνει ένα κρασί να ονομάζεται icon; Δεν είναι μόνον η ποιότητα που υπονοείται, αλλά και η υψηλή θέση που κατέχει στην εκτίμηση της αγοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως είναι το Ερυθρό Μαγικό Βουνό, Nico Lazaridi. Το Μαγικό Βουνό είναι πλέον ένα όνομα θρύλος. Ήταν το κρασί που πρωτόβαλε την Δράμα στον οινικό χάρτη της Ελλάδας.

 

Ξεκίνησε να παράγεται το 1990 από τις ποικιλίες Cabernet Sauvignon, Cabernet Franc και Merlot και από την πρώτη του κυκλοφορία έως σήμερα παραμένει ένα προϊόν που απολαμβάνει τεράστια αποδοχή. Ένα στοιχείο που το έκανε επίσης ξεχωριστό, είναι το εικαστικό θέμα της ετικέτας που σχεδιάζεται για την κάθε σοδειά ξεχωριστά.

 

Γιαννακοχώρι – Κτήμα Κυρ-Γιάννη 1990

 

Το Κτήμα Κυρ-Γιάννη ιδρύθηκε το 1997 από τον Γιάννη Μπουτάρη, μια από τις πιο ξεχωριστές μορφές της ελληνικής οινοποιίας, όταν αποχώρησε από την οικογενειακή οινοποιητική εταιρία που είχε δημιουργήσει ο παππούς του το 1879.

 

Τα 400 στρέμματα Ξινόμαυρου είχαν φυτευτεί από το 1970 στον αμπελώνα που στη συνέχεια θα γίνει το Κτήμα Κυρ-Γιάννη, ενώ το Merlot φυτεύτηκε το 1985 και προσαρμόστηκε άψογα στο μεσοκλίμα της περιοχής.

 

Η σοδειά του 1992 κυκλοφόρησε το 1995 σαν Κτήμα Μπουτάρη στο Γιαννακοχώρι, συνδυάζοντας για πρώτη φορά το Ξινόμαυρο με το ΜerΙοt. Η ονομασία του κατόπιν έγινε Γιαννακοχώρι και μόλις πρόσφατα μετονομάστηκε σε Κτήμα Κυρ-Γιάννη. Συνεχίζει να αποτελεί το προσωπικό καμάρι του Γιάννη Μπουτάρη, ο οποίος συνηθίζει να λέει ότι με αυτό το κρασί κατάφερε να εισαγάγει μια νέα γεύση στην αυτοκρατορία του Ξινόμαυρου και να ανοίξει νέους δρόμους στις δυνατότητες της ποικιλίας.

 

Στο Γιαννακοχώρι το Ξινόμαυρο βρήκε τον ιδανικό παρτενέρ του στο MerIot, που το στρογγύλεψε και έκανε τον ατίθασο χαρακτήρα του πιο προσιτό.

 

Ραψάνη Τσάνταλη 1990

 

Τα κρασιά ΠΟΠ Ραψάνη παράγονται από την συνοινοποίηση των ποικιλιών Ξινόμαυρο, Κρασάτο και Σταυρωτό. Το 1971 με Βασιλικό Διάταγμα η Ραψάνη αναγνωρίζεται ως μια από τις πρώτες ελληνικές ζώνες με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης. Εκείνη την εποχή τα κρασιά που παρήγαγε ο Συνεταιρισμός ήταν σε πολύ καλό επίπεδο ποιότητας και αρκετά κοντά στο στυλ της Νάουσας. Όμως από το 1980 ξεκινάει μια περίοδος παρακμής για την Ραψάνη, που οδηγεί στην εγκατάλειψη των αμπελιών και το τοπικό οινοποιείο αναλαμβάνει η Αγροτική Τράπεζα.

 

Σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή, ο Ευάγγελος Τσάνταλης εκπονεί ένα στρατηγικό επενδυτικό πλάνο προσφέροντας στους αμπελουργούς οικονομική ασφάλεια και ουσιαστικό κίνητρο για να επιστρέψουν στην αμπελοκαλλιέργεια.

 

Η πρώτη ετικέτα Τσάνταλη Ραψάνη κυκλοφόρησε το 1990 και το 1991 το τοπικό οινοποιείο περνάει στα χέρια της οικογένειας Τσάνταλη. Από τα 100 στρέμματα που καταγράφηκαν το 1991 στη Ραψάνη, σήμερα η ΠΟΠ ζώνη περιλαμβάνει σχεδόν 900 στρέμματα αμπελώνων. Η τριλογία των ετικετών – Ραψάνη, Ραψάνη Επιλεγμένος και Ραψάνη Ειδικά Επιλεγμένος αποτυπώνει σήμερα το μοναδικό στιλ της ζώνης.

 

Cava Αμέθυστος – Κτήμα Κώστα Λαζαρίδη 1992

 

Το μοναδικό Ελληνικό κρασί με το άγγιγμα του Μίδα, του σπουδαίου «ιπτάμενου» οινολόγου Michel Rolland, που παραμένει σύμβουλος του Κτήματος για τις ερυθρές οινοποιήσεις μέχρι και σήμερα. Η συμμέτοχη του ήταν καταλυτική, τόσο για την ουσία και την ποιότητα των κρασιών του Κτήματος Κώστα Λαζαρίδη, όσο και για το marketing. Ας μην ξεχνάμε πως ειδικά εκείνη την εποχή ο Michel Rolland (αρχές ’90) ήταν ο πιο περιζήτητος οινολόγος του πλανήτη και η επιρροή του στο παγκόσμιο εμπόριο του κρασιού τεράστια.

 

To Cava Αμέθυστος ξεκίνησε σαν μονοποικιλιακό Cabernet Sauvignon, αλλά σταδιακά η σύνθεσή του έγειρε προς το Cabernet Franc και από την σοδειά του 2005 κυριαρχεί σαν ποικιλία.

 

Το Cava Αμέθυστος μέχρι και σήμερα παραμένει ένα εμβληματικό brand name και εκφράζει την υψηλή ποιότητα και τις δυνατότητες του Ελληνικού κρασιού.

 

Μαλαγουζιά – Κτήμα Πόρτο Καρράς 1994

Κτήμα Γεροβασιλείου 1998

 

Ο άνθρωπος-κλειδί είναι αδιαμφισβήτητα ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου, που αναβίωσε και διέσωσε από την αφάνεια αυτή την παλιά και ξεχασμένη ελληνική ποικιλία, την Μαλαγουζιά.

 

Μετά από πολλούς πειραματισμούς και μελέτες την πρωτοοινοποίησε στο Κτήμα Porto Carras, όπου κατείχε θέση οινολόγου από το 1976 μέχρι τις αρχές του 1999.

 

Από το 1976 η ποικιλία συμμετείχε στο Λευκό κρασί του Porto Carras, σαν μονοποικιλιακό ξηρό για τις ανάγκες του Resort αλλά και σαν επιδόρπιο με το όνομα Ξελογιάστρα. Για πρώτη φορά η Μαλαγουζιά Πόρτο Καρράς κυκλοφορεί ως μονοποικιλιακό κρασί στην Ελληνική αγορά το 1994, παραμένοντας μέχρι και σήμερα ένα από σημαντικότερα Ελληνικά κρασιά.

 

Για την ποικιλία ενδιαφέρθηκε και το Ινστιτούτο Οίνου και παρέλαβε από τον αμπελώνα του Καρρά μερικές κληματίδες. Από αυτές τις κληματίδες παρέλαβε αργότερα ο οινοποιός Θανάσης Παρπαρούσης και στη συνέχεια η Ρωξάνη Μάτσα η οποία πίστεψε στην ποικιλία και προχώρησε στην συστηματική της καλλιέργεια.

 

Παράλληλα ο Γεροβασιλείου ξεκινά να στήνει το δικό του οινοποιείο και διαβλέποντας το δυναμικό της ποικιλίας, φυτεύει με Μαλαγουζιά ένα μεγάλο μέρος από τα ιδιόκτητα αμπέλια του στην Επανομή.

 

Το 1998 κυκλοφορεί με ξενόγλωσση ετικέτα αποκλειστικά για τις αγορές του εξωτερικού και το 2002 η Μαλαγουζιά του Κτήματος Γεροβασιλείου εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

 

Το μισό από το Κτήμα Γεροβασιλείου, ένα από τα σημαντικότερα της χώρας μας, είναι φυτεμένο με Μαλαγουζιά. Από τα περίπου 350 στρέμματα όπου φύεται, παράγεται ένα από τα εμβληματικότερα μονοποικιλιακά Ελληνικά κρασιά, ενώ ένα μέρος της παραγωγής της πάει στο Λευκό κρασί του Κτήματος.

 

Λευκός – Κτήμα Βιβλία Χώρα 2001

 

Το ξεκίνημα της νέας χιλιετίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την δημιουργία της Βιβλίας Χώρας, από τον Βασίλη Τσακτσαρλή και τον Βαγγέλη Γεροβασιλείου. Ένα κτήμα που μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα έγινε σύμβολο και παράδειγμα προς μίμηση για την Ελληνική οινοποιία. Ένα πραγματικό success story.

 

Τα πρώτα αμπέλια φυτεύτηκαν το 1998 σε μια έκταση 70 στρεμμάτων και τον Ιούνιο του 2001 ξεκίνησε η κατασκευή του σύγχρονου οινοποιείου. Τον ίδιο χρόνο έγινε και η οινοποίηση των πρώτων κρασιών και ο Λευκός της Βιβλιας Χώρας έκλεψε την παράσταση από την πρώτη στιγμή.

 

Για πρώτη φορά συνδυάστηκε το κοσμοπολίτικο και αρωματικό Sauvignon Blanc με το νευρώδες και αυστηρό Ασύρτικο, δημιουργώντας ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα. Ένα κρασί που συνδυάζει την αρωματική γοητεία και πολυπλοκότητα με την δομή και την ποιότητα. Ήταν η απαρχή της δημιουργίας ενός blend που πολύ σύντομα θα υιοθετούνταν από δεκάδες οινοποιεία σε όλη την Ελλάδα.

 

Το Δάκρυ του Πεύκου – Οινοποιείο Κεχρής 2005

 

Το κρασί που επαναπροσδιόρισε την έννοια της ρετσίνας και απέδειξε ότι οι δυνατότητες για την παραγωγή ενός κρασιού ανώτερης ποιότητας με αυτή την αρχαιότροπη μέθοδο, που επέζησε στην χώρα μας για χιλιετίες, είναι δυνατή.

 

Η Ελένη Κεχρή βαφτίζει την ιδέα “Δάκρυ του Πεύκου” και ο πατέρας της Στέλιος, εμπνέεται και αρχίζει να πειραματίζεται με διαφορετικές ποικιλίες σταφυλιών και μεθόδους οινοποίησης, διερευνώντας τα όρια του παραδοσιακού αυτού κρασιού. Το 2005 δημιουργείται “Το Δάκρυ του Πεύκου” δίνοντας τη δική του εκδοχή στο πως μπορεί να είναι η ρετσίνα.

 

Η ρετσίνα που μπορεί να προέρχεται από μια ευγενή λευκή ποικιλία παγκόσμιας κλάσης πλέον όπως το Ασύρτικο, που μπορεί να οινοποιείται σε βαρέλι όπως παλιά και που μπορεί να οδηγεί την παράδοση σε μια νέα εποχή καινοτομίας. Η επιβεβαίωση είναι σταθερή και η ποιότητα κάθε χρόνο σε όλο και υψηλότερα επίπεδα. Άλλωστε, το αποδεικνύουν τα δεκάδες χρυσά μετάλλια και οι διακρίσεις που κατακτά “Το Δάκρυ του Πεύκου” κάθε χρόνο σε παγκόσμιο επίπεδο.

 

Ο Επόμενος στόχος ;

 

Είναι αλήθεια ότι η ποιότητα των Ελληνικών κρασιών χρόνο με τον χρόνο βελτιώνεται.

 

Η οικονομική κρίση της χώρας μας λειτούργησε σαν ηλεκτροσόκ και σίγουρα επηρέασε θετικά τον κλάδο του κρασιού, που πρόβλεψε γρήγορα τις εμπορικές δυσκολίες που διαφαίνονταν σε τοπικό επίπεδο, στρεφόμενη στις ξένες αγορές. Δόθηκε μεγάλη βαρύτητα στην ποιότητα, στην επικοινωνία και στην ανταγωνιστικότητα.

 

Περιοχές όπως η Σαντορίνη έγιναν σημαία για το Ελληνικό κρασί, αλλά αυτό που ίσως λείπει ακόμη είναι ένα κρασί-σύμβολο. Ένα πραγματικά μεγάλο κρασί  παγκόσμιας κλάσης, που να ζητά υψηλές τιμές και να τις παίρνει, να απολαμβάνει σταθερή ζήτηση και υψηλές βαθμολογίες και να έχει διάρκεια στον χρόνο.

 

Ένα κρασί που να αποδεικνύει ότι η Ελλάδα έχει πολύ υψηλές δυνατότητες στην παραγωγή του κρασιού.

 

Ένα κρασί σαν το Tignanello και το Masseto της Ιταλίας, το L’Ermita και το Dominio De Pingus της Ισπανίας, το Grange της Αυστραλίας, το Palladius της Νότιας Αφρικής ή το Chateau Musar από τον Λίβανο.

(0) Σχολιάστε
(0) Αξιολογήστε
νέο θέμα
ΥΠΟΒΟΛΗ