Άποψη

Για την τιμή της Ρετσίνας

{
}

Ο οινολόγος - οινοποιός Γιάννης Παρασκευόπουλος γράφει για ένα εθνικό προϊόν.

«Εδώ καράβια χάνονται» θα πείτε και δίκιο θα έχετε. Μέσα στην περιδίνηση της κρίσης, προτίθεμαι να σας απασχολήσω για ένα θέμα ήσσονος ενδιαφέροντος, στην πρώτη του πιθανόν ανάγνωση, αλλά με βαθύτερες και σημαντικότερες προεκτάσεις στη δεύτερη. Στο χώρο του κρασιού έχουμε μια νομοθεσία πολύπλοκη, εναρμονισμένη μεν με την ισχύουσα στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά που ταυτόχρονα, σε πολλά σημεία, έχει στην κυριολεξία συρθεί πίσω από το πλαίσιο που όριζαν οι κατά τεκμήριο ισχυροί. Εδώ ως «ισχυρούς» δείτε είτε τις μεγάλες ευρωπαϊκές οινοπαραγωγούς χώρες της (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία) είτε τους εγχώριους μεγάλους οινοπαραγωγούς. Και στις δύο περιπτώσεις, οι νομοθετικές ρυθμίσεις υπαγορεύονταν με άξονα το συμφέρον είτε μιας χώρας είτε μιας εταιρείας αντίστοιχα.

 

Σήμερα θα αντισταθώ στον πειρασμό να κοιτάξω προς τα πίσω και να απαριθμήσω παραδείγματα όπου ισχυροί πέτυχαν νομοθετικές ρυθμίσεις που δεν αποσκοπούσαν στο «ευ» του ελληνικού οίνου, αλλά στο «ευ» της επιχείρησής τους.

 

Αντίθετα, σκοπεύω να προτείνω δημόσια μια νομοθετική ρύθμιση-ανατροπή που αφορά ένα εθνικό μας προϊόν, τη Ρετσίνα. Είμαι πεπεισμένος ότι θα βοηθήσει τον συγκεκριμένο τύπο κρασιού και θα βελτιώσει σημαντικά την εικόνα του.

 

Η Ρετσίνα μας είναι ένα ιδιαίτερο κρασί, που απολαύει μάλιστα και ενός ιδιαίτερου νομοθετικού στάτους, του Οίνου Ονομασίας κατά Παράδοση. Παραδοσιακό κρασί για κάποιους, λαϊκό για κάποιους άλλους, σχεδόν ταυτόσημο με την έννοια «κρασί» για κάποιους τελευταίους και ολίγον πιο σκληροπυρηνικούς, σίγουρα πάντως είναι εθνικό προϊόν.

 

Οσοι οινοπαραγωγοί από μας έχουν «μετρηθεί» με τις αγορές του εξωτερικού έχουν αντιμετωπίσει, στην καλύτερη περίπτωση, μια αμφίθυμη στάση από την πλευρά τους. Κάποιοι θα πουν: «Μου αρέσει! Μου θυμίζει τις καλοκαιρινές μου διακοπές όταν ήμουν νέος...». Δυστυχώς οι περισσότεροι θα αρνηθούν ευγενικά ακόμη και να τη δοκιμάσουν ή, αν τελικά πειστούν, θα το κάνουν με σίγουρα αρνητική προδιάθεση.

 

Η Ρετσίνα έχει κακή εικόνα, η οποία έχει λειτουργήσει σαν βαρίδι στα πόδια ολόκληρου του κλάδου. Είναι όμως πραγματικά ένα κακό κρασί; Αν απαντήσουμε καταφατικά, θα είναι σαν να λέμε ότι ένας ολόκληρος λαός υπήρξε για εκατοντάδες χρόνια «γευστικά ανάπηρος» και δεν το αντιλαμβανόταν.

 

Ρετσίνες υπάρχουν - και απαίσιες, και κακές, και καλές, και υπέροχες! Οπως συμβαίνει και για κάθε άλλο τύπο κρασιού. Ομως, όλες έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: γίνονται κακές έπειτα από κάποιους μήνες παλαίωσης. Mια καλή Ρετσίνα ισορροπεί ανάμεσα στη γεύση των κωνοφόρων και εκείνη του εσπεριδοειδούς του σταφυλιού, αρωματίζει το στόμα μας με γεύσεις βοτάνων, δεντρολίβανου, μαστίχας Χίου, ευκάλυπτου και μέντας. Είναι κρασί «δώρο» στους απανταχού οινοχόους για δύσκολες περιπτώσεις συνδυασμού με εδέσματα wine-killers, όπως αυτά με πολλά μπαχαρικά, σκόρδο, κάρι κ.λπ. Ναι, όλα αυτά ισχύουν για μια καλή Ρετσίνα, όταν όμως αυτή είναι νέα.

 

Και αυτό ακριβώς το τόσο ιδιαίτερο, ευχάριστο, καλό κρασί, μετά 10 - 12 μήνες ζωής, έρχεται να μεταμορφωθεί σε κάτι που θυμίζει περισσότερο νέφτι και διαλυτικό μπογιάς και που σίγουρα δεν θέλετε να έχετε στο ποτήρι σας. Οι παλιοί το ήξεραν και το διατύπωναν με σαφήνεια μέσα από τις λέξεις «γιοματάρι» και «σώσμα». Και, φυσικά, προτιμούσαν το «γιοματάρια»...

 

«Ας επιλέγουμε, λοιπόν, να πίνουμε νέες Ρετσίνες», θα πει ο καλοπροαίρετος καταναλωτής. Ναι, αλλά απέναντι σε αυτήν τη λογική σκέψη θα βρει αντίπαλο μια στρεβλή νομοθεσία, που δεν επιτρέπει την αναγραφή της εσοδείας στην ετικέτα. Και αυτό γιατί η Ρετσίνα είναι ένα επιτραπέζιο κρασί και συνεπώς χάνει αυτό το δικαίωμα. Τελικά, ο ανοχύρωτος καταναλωτής, Ελληνας ή ξένος, πολλές φορές θα βρεθεί με ένα ποτήρι που περιέχει, εν αγνοία του, μια παλιοκαιρισμένη Ρετσίνα.

 

Η πρόταση είναι απλή. Η ελληνική οινική κοινότητα έχει χρέος να προστατεύσει και να αναδείξει αυτό το εθνικό προϊόν και να αφαιρέσει αυτό το «βαρίδι» από τα πόδια της βιομηχανίας οίνου στη χώρα μας. Πρέπει να επανεκπαιδεύσει τους καταναλωτές γύρω από τα «γιοματάρια» και ταυτόχρονα να τους βοηθήσει να καταλαβαίνουν αν μια Ρετσίνα είναι «γιοματάρι» ή «σώσμα», διεκδικώντας την αναγραφή της εσοδείας στις ετικέτες.

 

Πρέπει να καταλάβουμε ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες μιας μικρής σε έκταση και πληθυσμό χώρας έχουν ελπίδες επιβίωσης στις διεθνείς αγορές, μόνο αν στοχεύουν στην απόλυτη ποιότητα. Κι αν η νομοθεσία είναι αντίθετη σε αυτό, τότε είναι καιρός να την αλλάξουμε. Δεν νομίζετε;

(0) Σχολιάστε
(0) Αξιολογήστε
νέο θέμα
ΥΠΟΒΟΛΗ