Κυρ Γιάννης & Υιός

{
Φωτογραφίες ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΒΡΑΜΙΔΗΣ
}

Η οικογένεια, το «βαρύ» όνομα, η κρίση, τα στοιχήματα της νέας εποχής: ο Γιάννης και ο Στέλλιος Μπουτάρης σε μια εκ βαθέων συζήτηση.

Το 2004, όταν ο πρωτότοκος γιος του, Στέλλιος, αποφάσισε να αναλάβει την εταιρεία, ο νυν δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης τού παρέδωσε τα «κλειδιά» του Κτήματος στο Γιαννακοχώρι. Αραίωσε μάλιστα και τις επισκέψεις του στο οινοποιείο, για να του αφήσει «χώρο». Ενα νέο κρασί εμφιαλώθηκε εκείνη τη χρονιά: οι 2 Ελιές. «Ήταν η πρώτη φορά που αποφάσιζα μόνος και το όνομα, αλλά και το στυλ μιας ετικέτας. Ανέκαθεν υπήρχε μια οινολογική ομάδα που δοκίμαζε, αλλά πάντα ο πατέρας μου έβαζε την τελευταία πινελιά. Εκείνη την περίοδο όμως έβρισκε συνεχώς αφορμές για να μην έρθει. Μέχρι που δεν είχαμε άλλο χρονικό περιθώριο και οφείλαμε να προχωρήσουμε τη διαδικασία χωρίς τη δική του συμμετοχή. Νομίζω ότι το έκανε επίτηδες. Ήταν σαν να μου έλεγε: “Αυτή είναι η δική σου στιγμή”». Και εκ των υστέρων; Πώς αντέδρασε όταν το δοκίμασε; «Με αγκάλιασε και με φίλησε. Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια για να εκφράσει την επιδοκιμασία του...»

 

Κυρ Γιάννης και υιός. Τόσο διαφορετικοί, τόσο ίδιοι. Ο πρώτος είναι εκρηκτικός χαρακτήρας και θέλει να ζει το σήμερα, ο δεύτερος είναι ήρεμη δύναμη και ονειρεύεται το μέλλον. Ο ένας λατρεύει το Syrah, ο άλλος προτιμά το Cabernet. Και οι δύο είναι δεμένοι άρρηκτα με τη γη της μακεδονίας, με τα αμπελοτόπια της Νάουσας και του Αμύνταιου και, φυσικά, το Ξινόμαυρο. Κι αν ο Γιάννης Μπουτάρης θεωρείται «πατριάρχης του ελληνικού οίνου», ο Στέλλιος είναι από τους νεότερους οινοποιούς με όραμα και καθαρή επιχειρηματική ματιά, που οδηγούν το κρασί μας στη νέα εποχή, εντός και εκτός συνόρων, και μάλιστα σε μια συγκυρία δύσκολη. Η κουβέντα μαζί τους, πιστέψτε με, ήταν απολαυστική...

 

image

Γιάννης και Στέλλιος Μπουτάρης, τη δεκαετία του ’60

 

Ο Γιάννης για τον γιο του

«Είναι υπομονετικός, σε βαθμό που συχνά με πιάνουν τα νεύρα μου. μερικές φορές, την υπομονή του την εκλαμβάνω ως αναποφασιστικότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μεθοδικότητα· περιμένει να ωριμάσουν οι συνθήκες. Η καλοσύνη και η γλύκα του είναι απίστευτες. Όχι επειδή είναι γιος μου, αλλά δεν μπορώ να βρω κουσούρι του. Όσον αφορά τη δουλειά, από την άλλη, είναι εξαιρετικός γνώστης της αγοράς».

 

Ο Στέλλιος για τον πατέρα του

«Είναι από τους ανθρώπους για τους οποίους δεν υπάρχει ως επιχείρημα το “δεν γίνεται”. Όλα είναι εφικτά. Παράδειγμα, η ιστορία με τη δημαρχία. Όταν μας ανακοίνωσε ότι θα κατέβει υποψήφιος, νομίζαμε ότι αστειεύεται. Αλλά εκείνος, όταν βάλει κάτι στο μυαλό του, δεν υπάρχει περίπτωση να μην το καταφέρει. Έχει ψυχραιμία που... σκοτώνει και, επιπλέον, είναι γενναιόδωρος, ξέρει να δίνει. Και όχι μόνο αγάπη. Έχει το ταλέντο να βγάζει από τους ανθρώπους τον καλύτερο εαυτό τους. Η ενέργειά του, τέλος, είναι κάτι το οποίο δύσκολα πιστεύει κανείς, αν δεν ζήσει μαζί του. Πέρα από τα απαιτητικά καθήκοντα του δημάρχου, βρίσκει χρόνο για τα παιδιά του, για τα εγγόνια του, για το κτήμα, έχει μια ομάδα παλιών αλκοολικών, τους οποίους εξακολουθεί να συναντά και να συμβουλεύει».

 

image

Στιγμές ανεμελιάς για τους μικρούς Μπουτάρηδες, στα αμπέλια της Νάουσας

 

Γιατί ασχολήθηκαν με το κρασί

Γιάννης Μπουτάρης «Από μωρά είχαμε συνδυάσει τη δουλειά με το παιχνίδι. Στις γιορτές, στις διακοπές, πηγαίναμε με τον αδελφό μου στη Νάουσα. Ο θείος Κωστάκης με είχε μπαρντάκι δίπλα του. Έμαθα πολλά από εκείνον. μεγαλώνοντας, ήξερα πως στο αμπέλι θα ρίζωνε η ζωή μου».

 

Στέλλιος Μπουτάρης «Οι γονείς μου πάντα μου έλεγαν να κάνω ό,τι θέλω. Αλλά από παιδί μέσα στο αμπέλι, πώς να μην το αγαπήσω; Κάποτε, όταν ήμουν μικρός, μια θεία, ξέροντας πως είμαι καλός στη ζωγραφική, τόλμησε σε ένα οικογενειακό τραπέζι να μου πει να γίνω ζωγράφος. Βουβαμάρα έπεσε στην ομήγυρη. Ο παππούς και η γιαγιά μου την έβαλαν στα μαύρα κατάστιχα από τότε. Στην εφηβεία μου, βέβαια, ήθελα να γίνω αρχιτέκτονας. Ετοίμασα μια αίτηση για το Κολούμπια, αλλά δεν την έστειλα ποτέ...»

 

image

 

Η δουλειά του οινοποιού

Γ. Μπ. «Τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, το άγχος δεν το έχω αποβάλει. Αλλά είναι λογικό σ’ αυτήν τη δουλειά: Κάθε χρόνο κάνεις τα ίδια πράγματα -περιποιείσαι το αμπέλι, το τρυγάς, οινοποιείς, εμφιαλώνεις-, αλλά πάντα έχεις διαφορετικά αποτελέσματα. Και, από την άλλη, είναι σαν να μεγαλώνεις ένα παιδί. Από εκεί που το έχεις στην κούνια με την πιπίλα του, μετά το βλέπεις να παίζει με αυτοκινητάκια...»

 

Στ. Μπ. «Το κρασί κουβαλάει πολλή ματαιοδοξία. Πρώτος και καλύτερος εγώ, το παραδέχομαι. Είναι από τα λίγα προϊόντα που το όνομά σου βρίσκεται πάνω στο τραπέζι. 'Ολοι θέλουμε, λοιπόν, το κρασί μας να έχει κάτι από την προσωπικότητά μας, από τον εαυτό μας».

 

 

image

 

Η κρίση και τα μεγάλα στοιχήματα

Γ. Μπ. «Πριν από μερικά χρόνια έλεγα πως το ελληνικό κρασί αναγεννάται. Ακόμα το πιστεύω, αλλά, λόγω κρίσης, η αναγέννηση θα καθυστερήσει λίγο. Έξω πάμε καλά. μόνο που δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τους άλλους σε ποσοτικό επίπεδο, αλλά σε ποιοτικό, και αυτό απαιτεί κόπο και έξοδα. Έχουμε κι άλλα προβλήματα. Οι 50 από τους 100 οινοποιούς μας δεν γνωρίζουν ξένες γλώσσες. Πού πας; Πώς θα “ψήσεις” τον ξένο πελάτη με διερμηνέα; μέσα, το σκηνικό είναι ζοφερό. Οι περισσότεροι εστιάτορες, για παράδειγμα, δεν έχουν ακόμα αφουγκραστεί την εποχή. Οι τιμές των καταλόγων είναι υψηλές για τα φθηνά κρασιά και σχετικά χαμηλές για τα ακριβά. Έτσι, εξευτελίζονται τα ποιοτικά κρασιά. Δεν υπάρχει και οινική κουλτούρα. Γι’ αυτό ζήσαμε... τέρατα τα τελευταία χρόνια. Πολλοί μου λένε: “Τι ωραίες που είναι οι 2 Ελιές!”, μα αυτό δεν είναι καθημερινό κρασί. Πιες μια Κυριακή, στη γιορτή σου, αλλιώς πάρε ένα μποξ. Κι αν θέλεις κάτι καλύτερο, πάρε μια Παράγκα».

 

Στ. Μπ. «Η κρίση φέρνει ανακατατάξεις και ευκαιρίες. Θα επιβιώσουν μόνο οι ποιοτικοί. Αυτά που βλέπαμε, ένας να παίρνει ένα αμπελάκι, να βγάζει μια ετικέτα και να την πουλάει 20 ευρώ, θα περιοριστούν. Θα αλλάξει η αγορά της λιανικής, θα πέσουν οι τιμές. Θα εξευρωπαϊστούμε. Όταν σε όλη την Ευρώπη βρίσκεις στο ράφι καλά κρασιά γύρω στα 4 ευρώ, δεν μπορούμε να μην ακολουθήσουμε κι εμείς. Επίσης, οι εστιάτορες θα αναγκαστούν να εξορθολογίσουν τις τιμές τους. Τέλος, η συσπείρωση είναι μονόδρομος. Αν μείνουμε οικογενειακές επιχειρήσεις, ούτε εμείς θα επιβιώσουμε ούτε το ελληνικό κρασί θα προωθήσουμε. Θεωρώ δεδομένο, για παράδειγμα, ότι η οικογένεια Μπουτάρη θα ενωθεί ξανά. Αλλά βλέπω και μεγαλύτερα σχήματα να δημιουργούνται. Χρειαζόμαστε έναν “εθνικό πρωταθλητή”, που θα μπορέσει να αναπτύξει την παραγωγή και να θέσει σωστές βάσεις στην εμπορία - εντός και εκτός Ελλάδος».

 

Η εταιρεία και οι προκλήσεις

Γ. Μπ. «Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν πολλά οινοποιεία που φρόντισαν μόνο την εμφάνισή τους, το περιτύλιγμα, όχι την ουσία. Σαν να ανοίγεις ένα εστιατόριο κι ενώ δεν έχεις μάγειρα, ρίχνεις όλα σου τα λεφτά στη διακόσμηση. Εγώ κινήθηκα στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση και χαίρομαι που ο Στέλλιος κάνει το ίδιο. Κατά καιρούς, μου έχουν μιλήσει υποτιμητικά για το οινοποιείο μας στο Γιαννακοχώρι. “μα καλά, αυτό είναι; Τόσο μικρό;” ρωτούν. Ναι, αυτό είναι! Δεν έχουμε λεφτά για χλιδή. Έχουμε αποφασίσει να επενδύσουμε στα προϊόντα μας, όχι στη φιγούρα. Πρότυπό μου είναι το Château Petrus. Όποιος το έχει επισκεφτεί καταλαβαίνει τι εννοώ...»

 

Στ. Μπ. «Ο πατέρας μου δεν πιάνεται από υλικά πράγματα - καμιά φορά ούτε από συναισθηματικά. Αν έβαζε όλη του την ενέργεια μόνο στο κρασί, θα είχε βγάλει παγκόσμιες ετικέτες, θα ήταν σήμερα σαν τον Αντινόρι, τον Τόρες ή τον μοντάβι. Στις αρχές του ’80, δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από εκείνους. Εγώ ονειρεύομαι το αύριο. Όταν φυτεύω ένα αμπέλι, σκέφτομαι πως είναι για τα παιδιά και τα εγγόνια μου. Θέλω να γίνει η “Κυρ Γιάννη” μία από τις διεθνώς αναγνωρίσιμες μάρκες. Αυτό απαιτεί η παραγωγή μας, από 600.000 φιάλες που είναι σήμερα, να διπλασιαστεί, οι πωλήσεις μας στο εξωτερικό από το 20% να φτάσουν στο 60% και να έχουμε διανομή σε τουλάχιστον 40 χώρες. Είναι υψηλός στόχος, αλλά τον τοποθετώ σε ορίζοντα δεκαετίας».

 

Οι κόντρες τους

Στ. Μπ. «Δεν είμαι συγκρουσιακός τύπος. Δεν έρχομαι εύκολα σε αντιπαράθεση μαζί του, και αυτό του τη δίνει. Θα το ήθελε πολύ. Τον κοντράρω όμως ύπουλα. μου λέει να κάνω κάτι κι εγώ τον αγνοώ. Και αυτό τον εκνευρίζει ακόμη περισσότερο!»

 

Τα κρασιά που έχουν ζηλέψει

Γ. Μπ. «Γενικά, δεν μπαίνω στη λογική τού να πω: μακάρι να το είχα βγάλει εγώ. Εχω, πάντως, θαυμάσει πολλά ευρωπαϊκά κρασιά - κανένα αμερικανικό. Εκεί έχουν άλλη αντίληψη για το κρασί, είναι όλα “πλαστικά” και κατά παραγγελία φτιαγμένα. Τι θέλει ο καταναλωτής; Αυτό να του δώσουμε! Εγώ ανέκαθεν ξεκινούσα αντίστροφα: Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ κι όταν κάποιος δοκιμάσει ένα κρασί μου, θέλω να μπορεί να “πιει” τον κόπο μου...»

 

Στ. Μπ. «Υπάρχουν κρασιά από αμπελώνες εκατό ετών και οινοποιεία με εμπειρία αιώνων - δεν μπορείς να μην τα ζηλέψεις. Αλλά δεν έχω κόμπλεξ κατωτερότητας. Στη Νάουσα, για παράδειγμα, υπάρχει μια ομάδα οινοποιών, όπως ο Θυμιόπουλος και ο Καρυδάς, που βλέπω ότι έχουν μέλλον και φτιάχνουν εξαιρετικά κρασιά, συχνά καλύτερα από τα δικά μας. Δεν υπάρχει περίπτωση να φιλοξενώ ξένο δημοσιογράφο και να μην του ανοίξω και δικές τους φιάλες, να δοκιμάσει».

 

Η επόμενη γενιά Μπουτάρη

Γ. Μπ. «Ποτέ δεν με ενδιέφερε η συνέχεια· ό,τι κάνεις το κάνεις για τον εαυτό σου, γι’ αυτό πρέπει να επιλέγεις αυτό που σου ταιριάζει. Η δουλειά είναι κομμάτι της ευζωίας. Χαίρομαι που βλέπω τα εγγόνια μου να μεγαλώνουν, που είναι υγιή και καλά παιδιά. Η Αθηνά θέλει να γίνει σκηνοθέτις. Η Λίλα έχει απίστευτο ταλέντο στη ζωγραφική. Της κόρης μου τα αγόρια είναι μικρά ακόμα. Ο Γιάννης, βέβαια, του Στέλλιου φοβάμαι πως είναι... καταδικασμένος. Από μωρό τον παίρνει μαζί του ο πατέρας του στο κτήμα. Έχει το όνομα, δηλαδή, οπότε μάλλον θα αποκτήσει και... τη χάρη».

 

Στ. Μπ. «Το όνομά μας είναι συνυφασμένο με το κρασί. Να σου πω ότι δεν θέλω τα παιδιά μου να με διαδεχτούν; Ψέμα θα είναι... Αν θα τα πιέσω; Σε καμία περίπτωση. Θέλω να ζήσουν τη ζωή τους κι αν το αποφασίσουν, να έρθουν με αγάπη και με εφόδια».

 

Αν η πολιτική ήταν κρασί...

Γ. Μπ. «Δεν θα ήταν κρασί, αλλά κάποιο βαρύ οινοπνευματώδες. Δεν είναι τόσο εκλεπτυσμένη...»

 

image

Διαφήμιση της εταιρείας Μπουτάρη εν έτει 1956

 

Γιάννης Μπουτάρης: οινοποιός ή πολιτικός;

Στ. Μπ. «Δεν θεωρώ τον πατέρα μου πολιτικό. Αν αποφάσισε να ασχοληθεί με το δήμο, το έκανε πραγματικά για την πόλη. Γι’ αυτό και δεν τον ενδιαφέρει ποιο κόμμα θα τον υποστηρίξει. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του, πάντως, ως οινοποιού είναι ότι μέσα από τις αναζητήσεις του στον ελληνικό αμπελώνα  “έφτιαξε” ανθρώπους που οδήγησαν το κρασί μας στη νέα εποχή. Οι μισοί οινοποιοί έχουν περάσει από τα χέρια του: από τον Αγγελο Ιατρίδη στο Αμύνταιο μέχρι τον Γιάννη Παρασκευόπουλο στη Νεμέα και τη Σαντορίνη. Γαλούχησε μια ολόκληρη γενιά και δημιούργησε μια καινούργια φιλοσοφία».

 

Γ. Μπ. «Από το “οινοποιός” δεν μπορώ να ξεφύγω. Πενήντα χρόνια αυτήν τη δουλειά κάνω. Έχω αφήσει τη σφραγίδα μου στο κρασί. Αν καταφέρω να την αφήσω και στην πολιτική, όταν θα “φύγω”, οι άνθρωποι θα λένε πως ήμουν πολυτάλαντος...»

(0) Σχολιάστε
(0) Αξιολογήστε
νέο θέμα
ΥΠΟΒΟΛΗ