Οινοτουρίστες στην Ουρουγουάη

{
}

Η όμορφη χώρα των 4 εκατ. κατοίκων έχει τη δική της ιδιαίτερη ποικιλία, το Tannat, που δίνει κρασιά στιβαρά, ιδανικά για να συντροφεύσουν τον πρωταγωνιστή της τοπικής κουζίνας, το μοσχαρίσιο κρέας, σε όλες τις εκδοχές του.

«Εδώ δεν οργανώνεται αντάρτικο», είπε ο Τσε Γκεβάρα, ατενίζοντας τις τεράστιες πεδιάδες της Ουρουγουάης. Πράγματι, διασχίζοντας τη χώρα με το εξαιρετικό οδικό δίκτυο, ο επισκέπτης δεν αντικρίζει παρά πεδιάδες με αγελάδες, κτήματα και ελάχιστα λοφάκια. Η φύση βρίσκεται σε απόλυτη ηρεμία· αυτήν που στερήθηκε ο λαός της, όπως και οι γειτονικοί, βιώνοντας τόσες ανατροπές: κατάκτηση από Ισπανούς και Πορτογάλους, εξολόθρευση των Ινδιάνων Charruas, ανεξαρτησία το 1828, για να ακολουθήσουν εμφύλιος, πόλεμος με Παραγουάη, δικτατορίες, επαναστάσεις, το κίνημα των Τουπαμάρος, από το οποίο προέρχεται ο σημερινός πρόεδρος. 'Ολα αυτά είναι πια παρελθόν. Ακόμη και η διαμάχη με τους Αργεντινούς λύθηκε, όταν το 2008 η UNESCO απεφάνθη ότι το τάνγκο αποτελεί παγκόσμια κληρονομιά και των δύο χωρών. Ωστόσο, η Cumbarsita, το πιο διάσημο ίσως τάνγκο, ανήκει σε Ουρουγουανό συνθέτη!

 

image

Solis, Το παλαιοτερο θεατρο της χώρας (1856) στην πλατεία Ανεξαρτησίας του Μοντεβιδέο.

 

Από το Μοντεβιδέο στην Κολόνια

Αν και ο μισός πληθυσμός της χώρας των περίπου 4 εκατ. κατοίκων ζει στην πρωτεύουσα, το Μοντεβιδέο είναι μια ήσυχη πόλη στις όχθες του Ρίο ντε λα Πλάτα. Διασχίζοντας με το φέρι τον ποταμό, σε 3 ώρες βρίσκεσαι απέναντι, στο Μπουένος Αϊρες. Το μεγάλο πλεονέκτημά του είναι η Rambla, ένα θαλασσινό μέτωπο πολλών χιλιομέτρων στον Ατλαντικό ωκεανό. Εκεί τα απογεύματα κατεβαίνει ο κόσμος για βόλτα, για να μιλήσει και να πιει μάτε (το εθνικό τους ρόφημα) απολαμβάνοντας το ηλιοβασίλεμα. Οι ντόπιοι το αποκαλούν απλώς «el mar» (η θάλασσα). Η Ciudad Vieja, η παλιά πόλη, είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του Μοντεβιδέο. Πολύχρωμη, με αποικιακά κτίρια, υπαίθριες αγορές, καφέ και εστιατόρια, θυμίζει αρκετά την Αβάνα. 

 

image

Colonia del Sacramento, η πιο παλιά πόλη της Ουρουγουάης.

 

Κάθε Φεβρουάριο και Μάρτιο, η καρδιά της πόλης χτυπάει στο ρυθμό του cantombe (η μουσική των σκλάβων της Αφρικής), καθώς φιλοξενεί το καρναβάλι με τη μεγαλύτερη διάρκεια. Και φυσικά το τάνγκο είναι πανταχού παρόν, καθώς milongas οργανώνονται παντού. Οι κάτοικοι του Μοντεβιδέο καυχώνται ότι χορεύουν καλύτερα και πιο παθιασμένα από τους «απέναντι» portenios (έτσι, δηλαδή λιμανίσιοι, αποκαλούνται εδώ οι κάτοικοι του Μπουένος Αϊρες).

 

Βόρεια του Μοντεβιδέο, δυόμισι ώρες με το λεωφορείο ή μία ώρα με το φέρι από Μπουένος Αϊρες, βρίσκεται η Κολόνια. Είναι η παλαιότερη πόλη της Ουρουγουάης, ένα αποικιακό λιμάνι με έντονη την επιρροή Ισπανών και Πορτογάλων, που έχει χαρακτηριστεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς από την UNESCO. Τα τείχη και η εντυπωσιακή πύλη El Porton, τα πλακόστρωτα δρομάκια με τα φαναράκια και τα υπέροχα σπίτια δημιουργούν μια μαγευτική ατμόσφαιρα. Μικρά καφέ και εστιατόρια εξυπηρετούν επαρκώς τα πλήθη των τουριστών. Η Plaza Mayor και η Plaza del Gobernador, με αποικιακού ρυθμού κτίρια ολόγυρα, είναι χάρμα οφθαλμών, ενώ η θέα από το φάρο θα σας αποκαλύψει τον Ρίο ντε λα Πλάτα («ασημένιος ποταμός» σημαίνει το όνομά του) σε όλο του το μεγαλείο.

 

image

«Βασιλιάς» στην κουζίνα της Ουρουγουάης είναι το µοσχαρίσιο κρέας.

 

Βασίλειο του μοσχαρίσιου κρέατος

Παρά τα πολλά ποτάμια της και τη γειτνίασή της με τον ωκεανό, βασιλιάς στην κουζίνα της Ουρουγουάης είναι το μοσχαρίσιο κρέας - που είναι απίστευτης νοστιμιάς, καθώς τα ζώα βόσκουν ελεύθερα στα λιβάδια. Η παράδοση ψησίματος στο asado (την ψησταριά) είναι μεγάλη, ανάλογη των Αργεντινών. Καθημερινό φαγητό εδώ είναι το chivito, ένα πληθωρικό σάντουιτς με φέτες ψητού μοσχαρίσιου κρέατος, λαχανικά, τυρί, ζαμπόν και μαγιονέζα, το οποίο σερβίρεται σε όλα τα μπαρ και καφέ. 

 

Η κουζίνα είναι επηρεασμένη από την ιταλική και την ισπανική και περιλαμβάνει πολλά ζυμαρικά και πίτσες. Δοκιμάστε την Pascualina, τη δική τους σπανακόπιτα, και το Pastel de carne, πίτα γεμιστή με κρέας, πατάτες, πιπεριές, ελιές και βραστά αυγά. Πολύ νόστιμο επίσης είναι το Pablona, στήθος κοτόπουλου γεμιστό με πιπεριές, τυρί και μυρωδικά.

 

image

Το μοσχαρίσιο κρέας, σήμα κατατεθέν της κουζίνας της Ουρουγουάης, είναι από ζώα που βόσκουν ελεύθερα στα λιβάδια.

 

Πού θα φάμε

  • Στο Μοντεβιδέο επιβάλλεται τουλάχιστον μία επίσκεψη στο Mercado de Puerto. Η ιστορική αγορά, με την υπέροχη οροφή από γυαλί και μέταλλο, στεγάζει κυρίως καφέ και εστιατόρια. Οι τεράστιες ψησταριές με τα ξύλα στήνονται από το πρωί, τα κρέατα με τη συνοδεία ψητών λαχανικών «σπάνε μύτες» και η επιλογή κρασιών σε ποτήρι ή φιάλη είναι μεγάλη, με πρωταγωνιστή πάντα το Tannat. Προσοχή: οι μερίδες είναι για γίγαντες και το Σάββατο οι ορδές των επισκεπτών ξεπερνούν τα όρια του ανεκτού!
  • El Palenque (Perez Castellano 1579) Από τα πιο ωραία ρεστοράν του Mercado de Puerto, που σερβίρει και πιάτα με ψάρια. Στέκι πολιτικών και διασήμων, προσφέρει σπεσιαλιτέ όπως το picanha (κιλότο σε βραζιλιάνικο κόψιμο), το abadejo (ψητό ψάρι με σάλτσα) και πλούσια λίστα κρασιών σε τσιμπημένες βέβαια τιμές - αλλά το αξίζει.
  • Εl Mercado del Abundancia (San Jose 13-12 & Yaguaron) Όσοι δεν αντέχουν την πολυκοσμία του Mercado del Puerto σε αυτή την αγορά θα βρουν μικρά εστιατόρια με τοπική κουζίνα και μαγαζιά με χειροτεχνήματα. Τα βράδια, η Societa Joven Τango οργανώνει εκδηλώσεις και μαθήματα. Από τις πιο αυθεντικές βραδιές τάνγκο που μπορεί να ζήσει κανείς. Αν πείτε ότι είστε Ελληνες, όλα είναι κερασμένα! 
  • Café Bar Tabare (Zorilla de San Martin 152) Θα το επισκεφτείτε αποκλειστικά για την ξεχωριστή ατμόσφαιρά του. Ένα παντοπωλείο-μπαρ του 1915, με τον παλιό μαρμάρινο πάγκο του άθικτο, έχει μετατραπεί σε εστιατόριο. Η κουζίνα έχει εμφανείς ιταλικές επιρροές, ο κατάλογος είναι μακροσκελής και η εκτέλεση των πιάτων άψογη. Το Ceviche, περουβιάνικο πιάτο με ωμά μαριναρισμένα φιλέτα ψαριών, είναι μια έκρηξη γεύσεων στο στόμα.
  • Café Bacacay (Bacacay 1306) Από το 1844 που άνοιξε απέναντι από το θρυλικό θέατρο Solis, έχει φιλοξενήσει αστέρες του μπαλέτου και της όπερας. Επιλέξτε κάτι από το μενού ή τσιμπολογήσετε με ένα ποτήρι κρασί ή σαμπάνια.  

 

image

Μεσημεριανό γλέντι στο Mercado del Puertο, την ιστορική αγορά της πρωτεύουσας, γεμάτη μπαρ και εστιατόρια.

 

Ταννάτ, το ατίθασο

Το καμάρι του αμπελώνα της Ουρουγουάης προέρχεται από την περιοχή Madiran της Γαλλίας, στους πρόποδες των Πυρηναίων. Οι Βάσκοι εξακολουθούν να το καλλιεργούν στο Irouleguy, κοντά στα ισπανικά σύνορα. Στο Madiran, η οινοποίηση του Tannat άρχισε τον 17ο αιώνα. 

 

Γύρω στο 1870, οι Βάσκοι έφεραν το Τannat στην Ουρουγουάη. Η ποικιλία ονομαζόταν και Harriague (από το όνομα του ανθρώπου που την πρωτοφύτεψε). Το κλίμα και τα εδάφη της Ουρουγουάης μοιάζουν με εκείνα του Μπορντό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Λατινικής Αμερικής, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εξάπλωση της καλλιέργειάς του. Σήμερα καταλαμβάνει το 1/3 των αμπελώνων της χώρας και η παραγωγή του ξεπερνά κατά πολύ εκείνη της Γαλλίας. 

 

Το Tannat, ποικιλία με τσαμπιά «σφιχτά», με μικρές ρώγες και χοντρή φλούδα, έχει ένα μεγάλο προτέρημα (αλλά και μειονέκτημα): τις θηριώδεις τανίνες (τις οποίες πολλοί οινόφιλοι δεν αντέχουν). Έχει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αντιοξειδωτικών από όλες τις κόκκινες ποικιλίες. Το στοίχημα των οινοποιών, λοιπόν, ήταν πώς θα τιθασεύσουν την τανικότητά του. Όμως, η μεγάλη οξύτητά του επιτρέπει μακρά παλαίωση σε δρύινα βαρέλια, κάτι που βοηθά να μαλακώσουν οι τανίνες και να αναδειχθεί παράλληλα η γεύση του οίνου. Η ανάμειξη με άλλες ποικιλίες, εξάλλου, όπως το Merlot, δίνει κρασιά πιο μαλακά και φρουτώδη.

 

image

 

Στην Ουρουγουάη το Tannat δίνει κρασιά με μικρότερη οξύτητα και τανικότητα από τα γαλλικά, αλλά με μεγαλύτερο αλκοολικό βαθμό και πιο σύνθετες φρουτώδεις νότες. Έχουν σκούρο κόκκινο χρώμα με ιώδεις ανταύγειες και πλούσια αρωματική παλέτα από μούρα, δαμάσκηνο, φύλλα καπνού, μαύρη σοκολάτα, πιπέρια. Διαθέτουν όγκο και γενναιόδωρη επίγευση. Τους ταιριάζει η μεγάλη παλαίωση και απαιτούν decanter πριν από το σερβίρισμα. Μπορούν να συνοδεύσουν κρέατα ψητά ή κατσαρόλας, κυρίως μοσχάρι, κυνήγι, λουκάνικα και παλαιωμένα τυριά. Είναι η ποικιλία που «δένει» τέλεια με μαύρη σοκολάτα. Τα τελευταία χρόνια, επιτυχημένα είναι τα Port και Brandy, που παράγονται από Tannat, καθώς και τα αρωματικά γλυκά κρασιά.

 

Tannat από την Ουρουγουάη δύσκολα θα βρείτε στην ελληνική αγορά, ακόμη και στις πιο ψαγμένες κάβες. Κυκλοφορούν, όμως, κάποιες εγχώριες εκδοχές της ποικιλίας, από το Κτήμα Άλφα (www.alpha-estate.com), το Κτήμα Πυργάκη (www.pirgakisestate.gr) και τους Ορεινούς Αμπελώνες Λαλίκου (τηλ. 2510 611 111).

 

Οικογενειακά οινοποιεία, «χειροποίητα» κρασιά

Η Ουρουγουάη είναι η τρίτη σε έκταση αμπελώνων οινοπαραγωγός χώρα της Λατινικής Αμερικής, μετά τη Χιλή και την Αργεντινή, με περίπου 8.500 εκτάρια αμπελιών. Οι μεγαλύτεροι αμπελώνες βρίσκονται στην περιοχή Canelones, στην ευρύτερη ζώνη του Μοντεβιδέο. Σε αντίθεση με τα γιγάντια οινοποιεία των γειτονικών χωρών, τα περισσότερα από 300 οινοποιεία της είναι όλα οικογενειακά. Τα «χειροποίητα» κρασιά τους παράγονται με πάθος και ενθουσιασμό και αντανακλούν το terroir και την προσωπικότητα των οινοποιών. Είναι αυτό που λέμε «κρασιά με ψυχή».

 

Εκτός από το σήμα κατατεθέν, το Tannat, η Ουραγουάη παράγει και εξάγει ωραία λευκά κρασιά από Albarino, Viogner και Gewürztraminer και κόκκινα από Cabernet Sauvignon, Merlot και Tempranillo. Το 2005 ιδρύθηκε το Caminos del vino, δηλαδή το δίκτυο των δρόμων του κρασιού. Οι οινοτουρίστες ξεπερνούν πια τις 40.000 ετησίως. 

 

image

Bodega Bouza

 

Bodega Bouza (www.bodegabouza.com)

Λίγα χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο του Μοντεβιδέο, ξεχωρίζουν οι κοκκινωποί τοίχοι του οινοποιείου Bouza με το κομψό εστιατόριο. Ο οινολόγος του θεωρείται από τους «θηριοδαμαστές» του Tannat, ενώ οι ιδιοκτήτες του είναι απόλυτα αφοσιωμένοι στην έννοια του terroir. Τα αμπέλια είναι χωρισμένα σε μικρά χωραφάκια του μισού εκταρίου, για να ελέγχεται απόλυτα η ποιότητα. Μάλιστα, οι φανατικοί του Bouza ζητούν κρασί από το αγαπημένο τους αγροτεμάχιο με το όνομά του. Τέτοιο είναι το Τannat Α6, που σαρώνει τα βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς. Το συναγωνίζεται επάξια το Τannat B6 και το τραγανό Chardonnay.

 

Bodega Carrau (www.bodegascarrau.com)

Ανήκει σε μια οικογένεια οινοποιών με ιστορία, που ξεκινάει από το 1752 στην Ισπανία. Οι Carrau είναι αφοσιωμένοι στην έρευνα πάνω στους κλώνους του Tannat και στην οινοποίησή του. Το AMAT θεωρείται συλλεκτικό δείγμα της ποικιλίας. Είναι επίσης οι πρώτοι στη χώρα που ασχολήθηκαν με την παραγωγή αφρωδών οίνων με την κλασική μέθοδο της σαμπάνιας.

 

Vinedos de los Vientos (www.vinedodelosvientos.com)

Ένα οινοποιείο με οικολογικές ανησυχίες, που λατρεύει τα ελληνικά ονόματα για τα κρασιά του (Eolo, Atlantida, Alcyone, Katarsis). Το Alcyone, επιδόρπιος οίνος από Tannat, προσφέρει ένα μοναδικό μπουκέτο χειμωνιάτικων λουλουδιών, βανίλιας, μήλου και σοκολάτας.

 

Bodega Pisano (www.pisanowines.com)

Εδώ μιλάμε για δυναστεία, καθώς σήμερα είναι η πέμπτη γενιά Pisano που έχει τον έλεγχο του οινοποιείου. Από τα κρασιά τους ξεχωρίζουν το πληθωρικό Etxe Oneko Tannat και το Arretxea, blend από Cabernet, Μerlot, Tannat. Τα καινούργια επιτεύγματα των Pisano είναι ένα κόκκινο αφρώδες και το γλυκό Arretxea.

 

TanTerra (www.tanterrawines.com

Ακόμη ένα οινοποιείο με μεγάλη παράδοση στην καλλιέργεια του Tannat και απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον. H «ναυαρχίδα» του είναι ένα πλούσιο, συμπυκνωμένο Tannat, πολυβραβευμένο σε διεθνείς διαγωνισμούς. Οι συνδυασμοί Tannat - Syrah και Tannat - Cabernet Sauvignon αποδείχτηκαν επίσης επιτυχημένοι.

(0) Σχολιάστε
(0) Αξιολογήστε
νέο θέμα
ΥΠΟΒΟΛΗ