Το ΒΙΩΜΑ της Μυκόνου

{
}

Και το ΒΙΩΜΑ μεγάλωσε, απέκτησε χώρο οινογευσίας και όχι μόνο. Από το μικρό μποστάνι μέσα στα κλήματα, ζαρζαβατικά εποχής μαζί με τη μυκονιάτικη λούζα, τη μόστρα και την κοπανιστή συνοδεύουν τη degustation των τυχερών που επισκέπτονται τον μαγικό αυτό τόπο.

Γράφει ο Γιώργος Βέλτσος

 

Εδώ, στη Μαού, στον παλιό αμπελώνα του μοναστηριού της Τουρλιανής, σεργιάνιζα στα παιδικά μου χρόνια με τον παππού μου Μήτσο Ξενάριο, μετά το προσκύνημα στη θαυματουργή εικόνα τα ’νιάμερα της Παναγιάς -με την άδεια και τα καλωσορίσματα του τότε ηγούμενου και μετέπειτα μητροπολίτη Σύρου, Δωρόθεου Στέκα. Είναι παλιά και βιωματική η σχέση μου με αυτό το «αρχαίο» αμπελοτόπι. Και τον τίτλο που έδωσε ο σημερινός του «κηδεμόνας» Νίκος Ασημομύτης, ΒΙΩΜΑ, τον σκεφτήκαμε ένα μεσημέρι πριν 27 χρόνια εδώ μαζί, δοκιμάζοντας ένα λιαστό (μεταλαβιά), ίδιο με αυτό που μεταλάμβανα τότε στο μοναστήρι.

Εικοσιεπτά χρόνια συστηματικής βιολογικής καλλιέργειας, ανάστασης δηλαδή των παλιών κλημάτων (κουρβούλες), πολλαπλασιασμού των ποικιλιών τους (Ασύρτικο και Μανδηλάρι) και φροντίδας τους με ακούσματα της τεσσαρακοστής συμφωνίας του Μότσαρτ και του πέμπτου αυτοκρατορικού κοντσέρτου του Μπετόβεν. Ο Ασημομύτης είχε την τρελή ιδέα να γεμίσει τον αμπελώνα 44 στρεμμάτων με ηχεία απλωμένα μέσα στα κλήματα, γιατί, όπως μου έλεγε, «έτσι τα φυτά μεγαλώνουν γλυκά…».

 

Παλιά η φιλία μου με τον Νίκο, όταν ένα απόγευμα στη Χώρα, στην πρώτη τουριστική κάβα του Αντωνόπουλου, διαλέγαμε –χωρίς να γνωριζόμαστε- μαζί κρασιά. Τότε μου εκμυστηρεύτηκε το σχέδιό του. Να παρατήσει τη διεύθυνση της Τραπέζης Ελλάδος, να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα και να έρθει να εγκατασταθεί στη Μύκονο για να κάνει το δικό του κρασί στον παλιό αμπελώνα. Το βίωμα οδήγησε στο ΒΙΩΜΑ. Και το ΒΙΩΜΑ μεγάλωσε, απέκτησε χώρο οινογευσίας και όχι μόνο. Από το μικρό μποστάνι μέσα στα κλήματα, ζαρζαβατικά εποχής μαζί με τη μυκονιάτικη λούζα, τη μόστρα και την κοπανιστή συνοδεύουν τη degustation των τυχερών που επισκέπτονται τον μαγικό αυτό τόπο.

 

Τα «φαντάσματα» στη Μύκονο επιμένουν. Κι όταν την εποχή του εγκλεισμού στην Αθήνα τηλεφώνησα στον Δήμαρχο και του πρότεινα να σκεφτούμε -για έναν εσωτερικό δικό μας τουρισμό- την αναβίωση της Μυκόνου του ’60 -κάτι σαν φεστιβάλ της Μυκόνου από τον εαυτό της- δεν παραξενεύτηκα για το (εικάζω) ειρωνικό του μειδίαμα. Γιατί η Μύκονος ανήκει πια στη βαριά βιομηχανία του τουρισμού. Πάει και τέλειωσε! Αλλά δεν τελειώνεις με τα φαντάσματα. Ο Ασημομύτης, ο Ρουσουνέλος, ο Ξυδάκης, ο Θεοχάρης, ο Κουσαθανάς, εγώ, επανερχόμαστε, παρ’ ότι η Μύκονος υπήρξε πάντα ένα φασματικό νησί από την εποχή που ο Καραγάτσης, ο Ελύτης, ο Μενουχίν περπατούσαν στα ίδια χνάρια με τις γιαλούδες και τα ξωτικά.

Το δρόμο αυτό ακολουθεί σήμερα, αποφασισμένα, και ο Νίκος. Δοκίμασα στην καρδιά του Ιούνη, τώρα που το φως φτάνει στη μεγαλύτερη δόξα του, ένα καινούριο ροζέ, που συνοδεύει τη σειρά του λευκού («Παραπορτιανό») και του ερυθρού («Πολυστάφυλος Μεθυδότης»).

 

Έλεγα στον Ασημομύτη ότι πολύ θα ζήλευε η Kylie Minogue αν δοκίμαζε το ροζέ «Βεγγέρα» -που μόλις, γράφοντας αυτό το σημείωμα, πίνω - και το συνέκρινε με το δικό της. Θα το συνοδεύσω τελειώνοντας, με το λιαστό των παιδικών μου χρόνων, μία madeleine του Προυστ, για να συνεχίσω να γράφω τις «ιστορίες» μου, καθώς θα σκέφτoμαι ότι το έργο μου δεν θα μείνει, εκτός εάν –όπως πικρόχολα έλεγε για τον Προυστ ο Κοκτώ «Το έργο του θα συνεχίσει να λειτουργεί σαν τα ρολόγια στα χέρια των νεκρών στρατιωτών».

 

Όμως, και εν είδει υστερογράφου, δεν θα αποχωριζόμουν το αμπελοτόπι της Μαού, αν δεν τριγύριζα στα δρομάκια ανάμεσα στα κλήματα, με ένα από τα ποδήλατα που η κόρη του Ασημομύτη, Δήμητρα, είχε την καλοσύνη να μου δανείσει από το «στόλο» της, που περιμένει τους φανατικούς ποδηλατιστές (του Αλέκου Φασιανού). Έτσι βλέπω κι εγώ τον εαυτό μου ανάμεσα στα κλήματα: τα γκρίζα μου μαλλιά στον Βοριά της Μυκόνου και με το βλέμμα στραμμένο προς Δυσμάς.

(0) Σχολιάστε
(0) Αξιολογήστε
νέο θέμα
ΥΠΟΒΟΛΗ